Ομιλία του Υπουργού Επικρατείας και Κυβερνητικού Εκπροσώπου Δ. Τζανακόπουλου στην Καλαμάτα

korinthosnews  | 

Ομιλία του Υπουργού Επικρατείας και Κυβερνητικού Εκπροσώπου Δημήτρη Τζανακόπουλου στην Καλαμάτα

Φίλες και Φίλοι,

Βρισκόμαστε σε μία εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο.

Η χώρα πατάει γερά στα πόδια της, η οικονομία ανακάμπτει και παίρνουν απτή μορφή τα αποτελέσματα της στρατηγικής την οποία περιγράψαμε στον ελληνικό λαό, την ενέκρινε στις κάλπες του Σεπτεμβρίου του 2015 και εφεξής υλοποιούμε.

Αναλάβαμε λοιπόν, μια μεγάλη ευθύνη.

Ένα εγχείρημα με δυσκολίες που δεν συνάντησε καμία άλλη κυβέρνηση στα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Να οδηγήσουμε τη χώρα με ασφάλεια έξω από τα μνημόνια και την ασφυκτική επιτροπεία.

Να βάλουμε ένα τέλος σε μια παρατεταμένη περίοδο που αφήνει πίσω τις βαθιά τραύματα στην κοινωνική πλειοψηφία, στην παραγωγική δομή της χώρας αλλά και στους θεσμούς της.

Και καταφέραμε να διανύσουμε σε αυτά τα δύο χρόνια μια μεγάλη απόσταση.

Το κάναμε έχοντας ως πυξίδα τόσο τη δέσμευση που αναλάβαμε απέναντι στον ελληνικό λαό όσο όμως και τον απόλυτο σεβασμό στις θυσίες του, τα χρόνια της κρίσης.

Γνωρίζαμε εξ αρχής ότι είχαμε να αντιμετωπίσουμε ένα βασικό κίνδυνο.

Να συμπεριφερθούμε με τον τρόπο που πορεύτηκαν όλες οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα της κρίσης. Να αφεθούμε να μας πάει το κύμα.

Και τι εννοώ με αυτό;

Τα χρόνια της κρίσης, δομήθηκε μια ορισμένη «μηχανική του μνημονίου».

Η βασική της μορφή ήταν η ψήφιση σκληρών και παράλογων μέτρων με αντάλλαγμα την εκάστοτε δόση από τους δανειστές. Αυτό λοιπόν αφορούσε το οικονομικό σκέλος.

Η «μηχανική του μνημονίου» όμως, είχε και μια πολιτική πτυχή, αν θέλετε.

Η απόλυτη και άνευ όρων προσχώρηση των κυβερνήσεων σε κάθε πιθανή και απίθανη απαίτηση που έπεφτε στο τραπέζι από τους δανειστές, με αντάλλαγμα την πολιτική επιβίωση της εκάστοτε κυβέρνησης.

Έτσι λοιπόν, με αυτή την ιδιοτελή και κοντόφθαλμη λογική, οι κυβερνήσεις της περιόδου 2010-2014, αγόραζαν πολιτικό χρόνο, εξασφαλίζοντας το επιχείρημα ότι κάθε φορά έσωζαν τη χώρα από τη χρεωκοπία.

Και το έκαναν με τόσο κυνικό τρόπο διότι δεν ένιωθαν ποτέ καμία πολιτική απειλή.

Ήταν άλλωστε αυτοί που για 40 χρόνια κυβέρνησαν είτε εναλλάξ, είτε και μαζί την τελευταία περίοδο.

Αυτή τους η ασφάλεια ξεκίνησε να έχει ρήγματα στις εκλογές του 2012, για να έρθει το 2015 και σε επανειλημμένες εκλογικές αναμετρήσεις, να υποστούν τις πολιτικές συνέπειες των καταστροφικών επιλογών τους.

Κινηθήκαμε λοιπόν στον αντίποδα αυτής της λογικής.

Διότι οι δεσμεύσεις μας ήταν συγκεκριμένες και καθαρές απέναντι στον ελληνικό λαό:

Να υλοποιήσουμε τη συμφωνία.

Να προχωρήσουμε σε πολιτικές, εντός του υπάρχοντος πλαισίου, που θα ενισχύσουν την προστασία των πλέον αδυνάμων.

Να οδηγήσουμε με ασφάλεια τη χώρα στην μετά κρίσης εποχή.

Το εγχείρημα μας αυτό δεν ήταν και δεν είναι, φυσικά, εύκολο.

Δώσαμε μάχες, στο πεδίο της διαπραγμάτευσης όχι μόνο απέναντι σε παράλογες απαιτήσεις μέρους των δανειστών αλλά κυρίως απέναντι στις ήδη υπάρχουσες δεσμεύσεις, στο όνομα της χώρας, από την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου.

Γιατί αυτή ήταν η παρακαταθήκη του success story που παρέδωσαν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ.

Όχι μόνο η κοινωνική ερήμωση, η φτώχεια, η έκρηξη της ανεργίας, η διάλυση της παραγωγικής βάσης της χώρας. Αλλά και η ναρκοθέτηση της επόμενης μέρας.

Καταφέραμε όμως, να υπερβούμε με σκληρή και επίμονη προσπάθεια και αυτό το σκόπελο.

Και σήμερα είμαστε εδώ.

Με τη χώρα να βρίσκει σταδιακά το βηματισμό της.

Η οικονομία τρέχει με ρυθμό ανάπτυξης που αναμένεται στο τέλος του 2017 να διαμορφωθεί κοντά στο 2%.

Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, καταγράφεται δημοσιονομική υπεραπόδοση. Κάτι που μας επιτρέπει και φέτος να προχωρήσουμε σε μια έκτακτη ενίσχυση εν είδη κοινωνικού μερίσματος σε όσους έχουν πραγματικά ανάγκη.

Η ανεργία έχει περιοριστεί πάνω από 6 ποσοστιαίες μονάδες από τη μέρα που αναλάβαμε. Και μάλιστα, βάσει των πρόσφατων στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, για πρώτη φορά μετά το 2011, βρισκόμαστε κάτω από το 1 εκατομμύριο ανέργων.

Η χώρα ανέκτησε, σε πρώτη φάση δοκιμαστικά, την πρόσβαση της στις αγορές χρήματος και μάλιστα με πολύ ευνοϊκότερους όρους από το πυροτέχνημα Σαμαρά το 2014.

Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης, αναβαθμίζουν διαρκώς τη θέση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Διαμορφώνεται, με λίγα λόγια, η εικόνα μιας οικονομίας που αντιστοιχεί σε μια χώρα που ανακάμπτει. Και δεν θυμίζει πλέον μια χώρα σε διαρκή κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, που φυτοζωεί, αναπαράγοντας την οικονομική καχεξία και τη δυσπραγία.

Όλα τα παραπάνω είναι η έμπρακτη απόδειξη, ότι η χώρα βαδίζει με συντεταγμένο τρόπο προς το τέλος της σκληρής περιόδου των μνημονίων τον Αύγουστο του 2018.

Και για το λόγο αυτό, εργαζόμαστε εντατικά ώστε αυτή η πορεία να επιταχυνθεί.

Ήδη στις διαπραγματεύσεις για την τρίτη αξιολόγηση, τα μηνύματα είναι κάτι παραπάνω από ενθαρρυντικά.

Δεν υπάρχουν στο τραπέζι παράλογες απαιτήσεις, ούτε τεχνητές καθυστερήσεις.

Καθώς όλοι πλέον αντιλαμβάνονται ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε φάση όχι μόνο ασφαλούς δημοσιονομικής πορείας αλλά καταγράφει και μια σημαντική αναπτυξιακή δυναμική.

Και είναι θετικό ότι η εικόνα που αποτυπώθηκε στην πρώτη φάση των διαπραγματεύσεων, καταγράφηκε και στις τοποθετήσεις των ευρωπαίων αξιωματούχων κατά το πρόσφατο Eurogroup.

Είναι δεδομένο λοιπόν ότι και από την πλευρά των δανειστών υπάρχει η εκπεφρασμένη βούληση να προχωρήσουν τάχιστα οι διαπραγματεύσεις ώστε μέχρι το τέλος του έτους, όπως ανέφερε και ο Επίτροπος Μοσκοβισί, να έχει ολοκληρωθεί η αξιολόγηση.

Και όπως φαίνεται από τα ήδη συμφωνηθέντα, θα ολοκληρωθεί:

Πρώτον, χωρίς κανένα πρόσθετο μέτρο.

Δεύτερον, με τους εργαζόμενους να επανέρχονται πρώτοι στη σειρά κατάταξης κατά την εξόφληση οφειλών από επιχειρήσεις. Δηλαδή πάνω από τις τράπεζες, το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά Ταμεία.

Τρίτον, με τη διάσωση και την επέκταση του ταμείου των δημοσιογράφων.

Τέταρτον, επίσης σημαντικό, με συμφωνία για τις συντάξεις χηρείας και την ύπαρξη κατώτατου πλαφόν στο ύψος της εθνικής σύνταξης τόσο για τον, ή την σύζυγο, όσο και για τα τέκνα.

Πέμπτον και επίσης, με τη συμφωνία για την ρύθμιση των οφειλών ύψους από 20.000 ως 50.000 ευρώ, για τους ελεύθερους επαγγελματίες, στα πλαίσια του εξωδικαστικού συμβιβασμού.

Με δυνατότητα 120 δόσεων, και με κούρεμα των προσαυξήσεων της τάξης του 85%.

Πρέπει όμως σε αυτό το σημείο, να κάνουμε την εξής παρατήρηση.

Η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας και η προοπτική της εξόδου από το μνημόνιο, δεν είναι επιδίωξη και επιθυμία όλων σε αυτή τη χώρα.

Και οι λόγοι γι΄ αυτό είναι βαθύτατα πολιτικοί και, επιτρέψτε μου να πω, αντικειμενικοί.

Διότι σε αυτή τη χώρα, είναι ενεργή και διαρκής η αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο πολιτικά σχέδια.

Από τη μία το σχέδιο που εκφράζει η Αριστερά και βρίσκεται στον πυρήνα της στρατηγικής αυτής της κυβέρνησης.

Ένα σχέδιο που, τελείως περιφραστικά μπορώ να αναφέρω ότι βασίζεται στην κοινωνική δικαιοσύνη, τη δημιουργία ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους, την αναδιανομή του πλούτου, την προστασία της εργασίας και του περιβάλλοντος.

Από την άλλη όμως, βρίσκεται το σχέδιο που εκφράζει η ΝΔ του κ. Μητσοτάκη.

Ένα μοντέλο ακραίου νεοφιλελευθερισμού, ή ένα μοντέλο που αποδέχεται την εφαρμογή στην πράξη της φυσικής νομοτέλειας των κοινωνικών ανισοτήτων.  Με άξονες τη συντριβή της εργασίας, τη διάλυση του κοινωνικού κράτους, την φοροαποφυγή του μεγάλου πλούτου.

Είναι λοιπόν προφανές, ότι κάθε μέρα που η χώρα απομακρύνεται από το πλαίσιο και τη λογική των μνημονίων, απομακρύνεται και από το πολιτικό σχέδιο του κ. Μητσοτάκη.

Διότι, ας μη γελιόμαστε, τα χρόνια 2010-2014, τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ διαρκώς, το πρόγραμμα τους εφάρμοζαν.

Ένα ακραίο, ταξικά μεροληπτικό υπέρ των ολίγων, πολιτικό πρόγραμμα το οποίο όπως χαρακτηριστικά έχει δηλώσει πρώην επιφανές στέλεχος των κυβερνήσεων τους, θα έπρεπε αν δεν υπήρχε, να το εφεύρουμε.

Δυσαρεστείται λοιπόν ο κ. Μητσοτάκης και οι συν αυτώ γιατί η πορεία των πραγμάτων βρίσκεται σε αντίθετη φορά από τη νεοφιλελεύθερη δυστοπία που ευαγγελίζεται.

Δυσαρεστείται όμως - και γι’ αυτό πολλές φορές τόσο αυτός όσο και όσοι τον πλαισιώνουν, παραληρούν – και για έναν ακόμη λόγο.

Γιατί κάθε μέρα που περνά με την παρούσα κυβέρνηση, το πολιτικό σύστημα της διαπλοκής που διαφέντευσε τον τόπο για δεκαετίες, νιώθει τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του.

Διότι, δεν υπάρχουν πλέον οι μηχανισμοί συγκάλυψης, οι σκελετοί στις ντουλάπες είναι πολλοί και αργά αλλά σταθερά, έρχονται στο φώς.

Και πλέον, ο σημερινός επικεφαλής αυτού του πολιτικού κατεστημένου, βλέπει ότι οι αποκαλύψεις φθάνουν μέχρι την πόρτα του.

Για την offshore που αποκαλύπτεται ότι διατηρεί η σύζυγος του.

Για τις κακές παρέες του εκλεκτού του για Γραμματέα του κόμματος, κ. Αυγενάκη.

Και φυσικά για τα όσα αναφέρει η πρώην γραμματέας του Μιχάλη Χριστοφοράκου, για την προνομιακή μεταχείριση του κ. Μητσοτάκη από τη Siemens.

Φυσικά, απάντηση ακόμα δεν έχει πάρει ο ελληνικός λαός από τον κ. Μητσοτάκη.

Αντιθέτως, τον παρακολουθεί - και τον παρακολουθούμε - σε διαρκή παραληρήματα και σε ένα κρεσέντο ακροδεξιάς ρητορικής.

Και τι δεν έχει πει τις τελευταίες μέρες.

Για βία, για ανομία, για παρακράτος. Προσπαθεί λοιπόν, μέσα από ακρότητες και ψέματα, να δομήσει μια ατζέντα μήπως και ξεφύγει όχι μόνο από το στρατηγικό αδιέξοδο της πολιτικής του γραμμής αλλά πλέον και από τις ευθύνες του.

Όμως φίλες και φίλοι, η πορεία της χώρας τον ξεπερνά. Τα αιτούμενα της περιόδου δεν έχουν καμία σχέση με τα αδιέξοδα και το τυχοδιωκτικό αμόκ του κ. Μητσοτάκη.

Και το βασικό αιτούμενο, είναι η επόμενη μέρα της χώρας.

Δηλαδή, πώς πρέπει και μπορεί να είναι η χώρα όταν αφήσει πίσω της τα μνημόνια και την ασφυκτική επιτροπεία.

Για μας αυτός ο σχεδιασμός δεν εκκινεί τον Αύγουστο του 2018 αλλά προχωρά ήδη.

Και στον πυρήνα αυτού του σχεδιασμού, πρώτη προτεραιότητα είναι η στρατηγική για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο.

Ένα μοντέλο σύγχρονο, βιώσιμό, δίκαιο και εξισωτικό.

Βρισκόμαστε ήδη σε μια πορεία διαβούλευσης και παράλληλα υλοποίησης αυτής της στρατηγικής.

Με τη διεξαγωγή των Περιφερειακών Συνεδρίων για την Παραγωγική Ανασυγκρότηση, σε όλες τις Περιφέρειες της χώρας, μπαίνουν στο επίκεντρο οι ανάγκες και οι δυνατότητες των τοπικών κοινωνιών.

Πέρα από χρεοκοπημένα μοντέλα της γενικευμένης διαφθοράς και το σχεδιασμό που εξυπηρετούσε μια κρατικοδίαιτη επιχειρηματική ελίτ.

Ανοίγουμε τη συζήτηση, κάνουμε συμμέτοχο σε αυτή την προσπάθεια την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τους Παραγωγικούς Φορείς, όλους όσους πρέπει να ακουστούν και να έχουν λόγο για την επόμενη μέρα της χώρας.

Η ανάγκη για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο δεν αφορά μονάχα την τωρινή συγκυρία και το ξεπέρασμα της κρίσης. Είναι και όρος για να μην επιστρέψουμε σε αυτή.

Και για το λόγο αυτό, οφείλει να βασιστεί σε ορισμένους άξονες, στον αντίποδα ενός κρατικοδίαιτου, παρασιτικού μοντέλου το οποίο χαρακτήρισε την εγχώρια παραγωγη και το οποίο οδήγησε σε αδιέξοδα και κατάρρευση.

Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα μοντέλο ανάπτυξης, που θα είναι βιώσιμο, ανταγωνιστικό, αλλά και κοινωνικά δίκαιο.

Χρειαζόμαστε ένα μοντέλο ανάπτυξης, που θα παράγει προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Που θα στοχεύει στην αυξημένη κάλυψη των αναγκών από την εγχώρια παραγωγή. Και, επομένως, στην εκτεταμένη υποκατάσταση των εισαγωγών.

Ένα μοντέλο ανάπτυξης, που θα οδηγεί σε αύξηση της απασχόλησης, που θα παράγει θέσεις σταθερής και αξιοπρεπούς εργασίας.

Ένα μοντέλο ανάπτυξης, που θα στηρίζεται σε ένα άρτια καταρτισμένο και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.

Που θα επενδύει στην καινοτομία, στη νεοφυή επιχειρηματικότητα, στις νέες τεχνολογίες. Υπάρχουν τόσο οι δυνατότητες, όσο και το ανθρώπινο κεφάλαιο για να στηριχθεί αυτό.

Τέλος, ένα μοντέλο ανάπτυξης, που θα απεγκλωβίζει τη χώρα από την παγίδα στην οποία ήταν για δεκαετίες εγκλωβισμένη.

Σε μια ενδιάμεση θέση, ανάμεσα στις οικονομίες χαμηλού εργατικού κόστους και τις οικονομίες της υψηλής γνώσης.

Θα την απεγκλωβίζει και θα την ωθεί σταθερά προς την κατεύθυνση μιας οικονομίας έντασης γνώσης.

Μακριά δηλαδή από μια λογική διαρκούς συμπίεσης του εργατικού κόστους, η οποία έχει πολλαπλές καταστροφικές συνέπειες στο συνολικό κύκλο της οικονομικής δραστηριότητας καθώς συνθλίβει την κατανάλωση. Εκτός όμως από οικονομικά αναποτελεσματική είναι και κοινωνικά άδικη.

Και εδώ βρίσκεται ένα ακόμα κρίσιμο κομμάτι της στρατηγικής μας για το παρόν και το μέλλον της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Αναφέρομαι στην απόλυτη προτεραιότητα μας ως προς την ανάγκη για την ανάκτηση της εργασίας.

Και παράλληλα όμως, την προστασία και τη διεύρυνση των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτή.

Αποτελεί βασική αρχή μας, να βλέπουμε τόσο την πορεία αποκλιμάκωσης της ανεργίας όσο όμως και την πορεία της δημιουργίας θέσεων σταθερής και πλήρους εργασίας.

Διότι ο στόχος καταπολέμησης της ανεργίας είναι διττός.

Από τη μία, η ανεργία πρέπει να μειώνεται από την άλλη θα πρέπει να περιορίζεται η ανακύκλωση της.

Η μείωση της επιτυγχάνεται φυσικά μέσα από την ανάπτυξη της οικονομίας, τις επενδύσεις και την ενίσχυση νέων παραγωγικών κλάδων όπως αυτοί που ανέφερα πριν, δηλαδή της καινοτομίας και της νεοφυούς επιχειρηματικότητας.

Η ανάσχεση όμως της ανακύκλωσης της, περνάει μέσα από τη δημιουργία θέσεων πλήρους απασχόλησης.

Και είναι γεγονός ότι, μία πολύ κακή κληρονομιά που άφησαν οι κυβερνήσεις του άκρατου νεοφιλελευθερισμού τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της κρίσης, είναι ότι απορρύθμισαν την αγορά εργασίας.

Και ενίσχυσαν μορφές απασχόλησης, οι οποίες είναι φτηνές, ευέλικτες και ασαφείς ως προς το αντικείμενο τους.

Βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η ανακύκλωση, η οποία μάλιστα λειτουργεί στη βάση της διαρκούς μείωσης του μισθολογικού κόστους.

Έτσι λοιπόν, δημιουργήθηκε μια γκρίζα ζώνη στην αγορά εργασίας, μεταξύ επισφαλούς, αδήλωτης εργασίας και ανεργίας, με τμήματα του εργατικού δυναμικού να επιβιώνουν κινούμενα διαρκώς σε αυτό το φαύλο κύκλο.

Αυτή η απελπιστική κατάσταση, οδήγησε σε μια άνευ προηγουμένου υποχώρηση των θέσεων πλήρους εργασίας ειδικά την περίοδο Σαμαρά-Βενιζέλου και φυσικά πυροδότησε ένα κύμα μαζικής μετανάστευσης, ειδικά νέων εργαζομένων, στο εξωτερικό.

Είναι λοιπόν σαφές, ότι το σχέδιο το οποίο υλοποιούμε στον τομέα της καταπολέμησης της ανεργίας, δεν αφορά μόνο τους δείκτες αλλά ένα συνολικό επαναπροσδιορισμό αρχών για τις ανάγκες, την προστασία και τα δικαιώματα του εργαζόμενου κόσμου.

Και αυτό είναι ένα πεδίο που μας χωρίζει άβυσσος τόσο με το κόμμα του κ. Μητσοτάκη όσο και με αρκετούς από το στρατόπεδο της Κεντροαριστεράς.

Και είναι ενδεικτική, στο ζήτημα αυτό, η τοποθέτηση του κ. Μητσοτάκη όταν η κυβέρνηση διεκδικούσε την επαναφορά των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων, την οποία και πέτυχε.

Αυτό λοιπόν που εμείς θεωρούμε αναφαίρετο δικαίωμα, αυτός το θεωρεί ιδεοληπτική εμμονή της Αριστεράς.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η μόνη εμμονή που υπάρχει είναι αυτή στο μυαλό των νεοφιλελεύθερων εσωτερικού και εξωτερικού που επέβαλαν την εξαίρεση των εργαζομένων σε αυτή τη χώρα, από αυτό το βασικό στοιχείο του ευρωπαϊκού κοινωνικού κεκτημένου.

Και θέλω εδώ να κλείσω την αναφορά μου στους βασικούς τομείς που συγκροτούν το σχέδιο μας για την επόμενη μέρα, με το Κοινωνικό Κράτος.

Μαζί με την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη πληγή που αφήνει πίσω της η μνημονιακή εποχή.

Αν και είναι αλήθεια ότι η πορεία υποβάθμισης του, ξεκίνησε πολύ πριν το 2010, και συγκεκριμένα στην απαρχή της επέλασης του εκσυγχρονισμού που ήρθε να κάνει όσα δεν διανοήθηκε καν να κάνει η κυβέρνηση Μητσοτάκη στις αρχές του ’90.

Από την πρώτη μέρα που βρεθήκαμε στη διακυβέρνηση, η μέριμνα μας είναι διαρκής.

Ξεκινώντας από τους πλέον αδύναμους, με τα Προγράμματα για την Αντιμετώπιση της Ανθρωπιστικής Κρίσης και σήμερα συνεχίζουμε για δεύτερη χρονιά και με ποσό άνω των 700 εκατομμυρίων το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης.

Την ίδια στιγμή, έχουν γίνει μεγάλα βήματα στον τομέα της ανασυγκρότησης της Δημόσιας Υγείας.

Ψηφίσαμε την πρόσβαση των ανασφάλιστων στις υπηρεσίες Υγείας. Μια αυτονόητη υποχρέωση απέναντι σε 2,5 εκατομμύρια συμπολίτες μας.

Καταφέραμε να καλύψουμε ελλείψεις σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό.

Από τον Οκτώβριο του 2015 μέχρι σήμερα, έχουμε ενισχύσει το ΕΣΥ με περίπου 9000 άτομα, που έχουν αναλάβει υπηρεσία τα τελευταία δύο χρόνια.

Από αυτούς, οι 3000 είναι μόνιμο προσωπικό και έχουμε δρομολογήσει, έχουν προκηρυχθεί ή αναμένονται να προκηρυχθούν θέσεις για άλλα περίπου 9500 άτομα.

Και πριν λίγους μήνες, νομοθετήσαμε τη μεταρρύθμιση για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, με την ίδρυση 200 και πλέον μονάδων σε όλη τη χώρα για που θα δώσει σημαντική βοήθεια στους πολίτες και παράλληλα θα αποσυμφορήσει και τα Δημόσια Νοσοκομεία.

Αυτά είναι μονάχα ορισμένα εμβληματικά σημεία, στα οποία στέκομαι για την οικονομία της συζήτησης.

Αυτό που έχει σημασία, είναι λοιπόν, η στόχευση.

Η προσήλωση μας στη δημιουργία ενός στιβαρού κοινωνικού κράτους που θα είναι στήριγμα για τον πολίτη.

Και είναι γεγονός ότι η απόσταση που πρέπει να καλύψουμε είναι μεγάλη.

Όμως είναι σαφές ότι όσο θα διευρύνονται τα δημοσιονομικά περιθώρια, θα αυξάνονται και οι δυνατότητες να ενισχύσουμε ακόμα περισσότερο τους κρίσιμους τομείς του κοινωνικού κράτους.

 

Φίλες και Φίλοι,

 

Νομίζω είναι σαφές ότι η χώρα βαδίζει με ασφάλεια σε μια νέα εποχή.

Δεν σημαίνει αυτό ότι έχουμε τελειώσει με τις δυσκολίες. Όμως σήμερα υπάρχει προοπτική.

Η κυβέρνηση διεξάγει ένα μεγάλο και διαρκή αγώνα, για να πιάσουν τόπο εν τέλει οι θυσίες και οι κόποι ενός ολόκληρου λαού.

Και είναι τώρα η στιγμή που διαμορφώνουμε τις συνθήκες για την επόμενη μέρα.

Που δεν μπορεί να έχει σχέση με την Ελλάδα του ’12 ούτε με την Ελλάδα του ’09.

Δεν είμαστε διατεθειμένοι να χτίσουμε το νέο με τα φθαρμένα υλικά.

Θα χρειαστεί κόπο, σκληρή δουλειά, δημιουργικότητα, αλλά ο σκοπός μας υπερβαίνει.

Σας ευχαριστώ.